«Όταν ο τοκετός αφήνει ψυχικό τραύμα»
Τί ονομάζουμε τραυματική εμπειρία τοκετού και μεταγεννητική Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (ΔΜΤΣ);
Η περιγεννητική περίοδος, δηλαδή η περίοδος από την εγκυμοσύνη έως και ένα έτος μετά τον τοκετό, χαρακτηρίζεται από αλλαγές και προκλήσεις που καθιστούν τις γυναίκες ιδιαίτερα ευάλωτες σε ψυχικές δυσκολίες. Το βίωμα του τοκετού, επηρεάζει σημαντικά την ψυχική τους υγεία και το τί πιστεύουν για τον εαυτό τους ως μητέρες. Σε πολλές περιπτώσεις ο τοκετός είναι μια εμπειρία χαράς και συγκίνησης, που ενισχύει την αυτοπεποίθηση και δημιουργεί αίσθημα ενδυνάμωσης. Υπάρχουν όμως και οι περιπτώσεις, στις οποίες ο τοκετός βιώνεται ως μια βαθιά αρνητική, επώδυνη έως και τραυματική διαδικασία, που συνδέεται με σκέψεις αποτυχίας, δυσάρεστα συναισθήματα και ψυχικές δυσκολίες.
Τραυματική εμπειρία τοκετού είναι η εμπειρία τοκετού κατά την οποία το άτομο βιώνει γεγονότα που δημιουργούν έντονη δυσφορία και επηρεάζουν αρνητικά την υγεία και την μετέπειτα ποιότητα της ζωής του.
Κάποιες φορές, μετά από μια τραυματική εμπειρία τοκετού, η γυναίκα μπορεί να αναπτύξει μεταγεννητική ΔΜΤΣ. Μεταγεννητική ΔΜΤΣ, μπορεί να εμφανιστεί όταν κατά τον τοκετό, υπάρχει γεγονός ή απειλή θανάτου, σοβαρός τραυματισμός ή σεξουαλική βία. Κάποια από τα συμπτώματα της μεταγεννητική ΔΜΤΣ είναι:
- Το άτομο αισθάνεται ότι «ξαναζεί» τον τοκετό χωρίς να το θέλει (π.χ. έχει εικόνες ή εφιάλτες του τραυματικού γεγονότος, κ.ά.)
- Αποφυγή σε οτιδήποτε θυμίζει τον τοκετό
- Αρνητικές σκέψεις (π.χ. «όλοι οι τοκετοί είναι επικίνδυνοι»)
- Το άτομο δυσκολεύεται να ανακαλέσει μνήμες του τοκετού
- Το άτομο κατηγορεί τον εαυτό του για τον τοκετό
- Ενοχές, αίσθημα μοναξιάς, νευρικότητα, αίσθημα ανησυχίας
- Διαταραχές στον ύπνο
Τα παραπάνω συμπτώματα, χρειάζεται να είναι παρόντα για πάνω από ένα μήνα για να πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη μεταγεννητική ΔΜΤΣ.
Ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου για μια τραυματική εμπειρία τοκετού ή/και μεταγεννητική ΔΜΤΣ;
Κάθε εμπειρία τοκετού που βιώνεται ως ψυχικό τραύμα θεωρείται τραυματική εμπειρία τοκετού. Συνεπώς, το αν ένας τοκετός θα χαρακτηριστεί «τραυματικός», βασίζεται στα προσωπικά, υποκειμενικά κριτήρια κάθε ατόμου. Παράλληλα, οι έρευνες έχουν «φέρει στο φως» κάποιους παράγοντες που αυξάνουν τον κίνδυνο οι γυναίκες να βιώσουν τον τοκετό σαν μια τραυματική εμπειρία ή/και να εμφανίσουν μεταγεννητική ΔΜΤΣ.
Πριν τον τοκετό, οι γυναίκες που έχουν περάσει ψυχικές διαταραχές στο παρελθόν, είναι ευάλωτες να βιώσουν τον τοκετό ως «τραύμα». Ακόμα, ο κίνδυνος για μεταγεννητική ΔΜΤΣ, αυξάνεται για τις γυναίκες που δυσκολεύονται με κατάθλιψη, τοκοφοβία, επιπλοκές κατά την εγκυμοσύνη ή έχουν βιώσει άλλες τραυματικές εμπειρίες στη ζωή τους.
Κατά τη διάρκεια του τοκετού, ο έντονος πόνος, οι επείγουσες μαιευτικές καταστάσεις, το αίσθημα αβοηθησίας ή/και παραμέλησης από επαγγελματίες υγείας, η έλλειψη υποστήριξης, ή/και η μη τήρηση του πλάνου τοκετού, μπορεί να οδηγήσει στην εμφάνιση συμπτωμάτων ΔΜΤΣ μεταγεννητικά. Επίσης, μια γυναίκα στην οποία γίνεται επείγουσα καισαρική τομή, την οποία δεν έχει επιλέξει, μπορεί να νιώσει ότι χάνει τον έλεγχο στον τοκετό της και έτσι να είναι πιο ευάλωτη στην εμφάνιση μετατραυματικών συμπτωμάτων.
Τέλος, μετά τον τοκετό, η εμπειρία εισαγωγής νεογνού στη Μονάδα Εντατικής Νοσηλείας Νεογνών (ΜΕΝΝ) ή/και η απουσία αποτελεσματικών στρατηγικών διαχείρισης του άγχους, συνδέονται με μετατραυματικά συμπτώματα.
Ποιες είναι οι συνέπειες της τραυματικής εμπειρίας τοκετού ή/και της μεταγεννητικής ΔΜΤΣ στη ζωή των γυναικών, των παιδιών και του ζευγαριού;
Η μεταγεννητική ΔΜΤΣ, μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ψυχική υγεία της γυναίκας, τον δεσμό της με το παιδί, τη σχέση του ζευγαριού και την ανάπτυξη του παιδιού. Πιο αναλυτικά, γυναίκες με ΔΜΤΣ μπορεί να έχουν «πεσμένη» διάθεση, να αισθάνονται θυμό, να κατηγορούν τον εαυτό τους για ό,τι έγινε κατά τον τοκετό, να νιώθουν ανεπαρκείς, «παγωμένες» συναισθηματικά και να σκέφτονται αρνητικά για το σώμα τους. Μπορεί επίσης, να αποφεύγουν την σεξουαλική επαφή για να αποτρέψουν πιθανή εγκυμοσύνη. Αναφορικά με τη σχέση με το μωρό, μετά από ένα τραυματικό τοκετό, κάποιες γυναίκες μπορεί να δυσκολεύονται να εντοπίσουν αλλά και να ανταποκριθούν στις ανάγκες του μωρού τους, να σκέφτονται αρνητικά για το παιδί τους, και να μην μπορούν να αισθανθούν συνδεδεμένες μαζί του. Οι συνέπειες του τραύματος επηρεάζουν και τη σχέση του ζευγαριού, καθώς συχνά, οι γυναίκες αναφέρουν ότι δεν έλαβαν από την/τον σύντροφό τους, την υποστήριξη και «προστασία» που είχαν ανάγκη κατά τον τοκετό. Τέλος, σύμφωνα με έρευνες, σε κάποιες περιπτώσεις η μεταγεννητική ΔΜΤΣ στις μητέρες, μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στην κοινωνική και συναισθηματική ανάπτυξη των παιδιών.
Πολλές γυναίκες αισθάνονται ενοχές για τα συμπτώματά τους. Συχνά, θεωρούν ότι εκείνες φταίνε, ότι δεν είναι αρκετά καλές μαμάδες, και ντρέπονται να μοιραστούν όσα σκέφτονται και αισθάνονται. Στην πραγματικότητα όμως, οι γυναίκες που δυσκολεύονται με ΔΜΤΣ δεν φταίνε για όσα βιώνουν και τα συμπτώματά τους είναι απόλυτα φυσιολογικές αντιδράσεις σε ένα τραυματικό γεγονός.
Μπορεί οι σύντροφοι να εμφανίσουν μεταγεννητική ΔΜΤΣ;
Οι σύντροφοι μπορεί επίσης να δυσκολευτούν ψυχικά, όταν έχουν βιώσει τον τοκετό ως «τραύμα». Τα συμπτώματα ΔΜΤΣ σε συντρόφους δημιουργούνται μετά την έμμεση έκθεσή τους σε τραυματική εμπειρία τοκετού και είναι πιο πιθανό να εμφανιστούν όταν στον τοκετό υπάρχουν επιπλοκές. Συχνά, η προτεραιοποίηση της φροντίδας της γυναίκας μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραμέληση των συντρόφων, που έχουν επίσης σημαντικές ανάγκες και ενδέχεται να βιώνουν δυσάρεστα συναισθήματα και αρνητικές σκέψεις μετά τον τοκετό. Γι’ αυτό, χρειάζεται και οι σύντροφοι να λαμβάνουν κατάλληλη υποστήριξη, ώστε να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις της περιγεννητικής περιόδου και τις αλλαγές που συνεπάγεται ο ερχομός ενός μωρού.
Πώς μπορούμε να προλάβουμε τη μεταγεννητική ΔΜΤΣ;
Ο κίνδυνος ένας τοκετός να βιωθεί ως «τραύμα» και αργότερα να αναπτυχθεί μεταγεννητική ΔΜΤΣ μπορεί να μειωθεί, αν οι ανάγκες της κάθε μητέρας αναγνωρίζονται και καλύπτονται εγκαίρως. Πώς όμως μπορεί να επιτευχθεί αυτό;
Αρχικά, κατά την προγεννητική περίοδο, οι επαγγελματίες υγείας χρειάζεται να ξέρουν τί είναι το «ψυχικό τραύμα» στον τοκετό, να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν ποιες γυναίκες διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο και να τις παραπέμπουν σε κατάλληλους ειδικούς για υποστήριξη. Επίσης, γνωρίζουμε ότι οι γυναίκες που έχουν ήδη βιώσει κάτι τραυματικό στη ζωή τους, είναι ευάλωτες να ζήσουν τον τοκετό ως «τραύμα». Γι’ αυτό το λόγο είναι σημαντικό οι ίδιες να αναγνωρίζουν και να εκφράζουν τις ανάγκες που μπορεί να έχουν λόγω ενός «τραυματικού» παρελθόντος, ώστε να λαμβάνουν κατάλληλη φροντίδα από το περιβάλλον τους και/ή από ειδικούς ψυχικής υγείας.
Κατά τη διάρκεια του τοκετού, συμπτώματα ΔΜΤΣ μπορεί να εμφανιστούν σε γυναίκες που αισθάνονται ότι δεν έχουν έλεγχο και δεν μπορούν να ακολουθήσουν το καθορισμένο πλάνο τοκετού τους. Γι’ αυτό, μπορεί να είναι βοηθητικό να συζητούν πριν τον τοκετό, με τους επαγγελματίες υγείας (μαίες/μαιευτές, γιατρούς) πιθανές εκβάσεις τοκετού, και να ετοιμάσουν μαζί ένα πλάνο για το πώς μπορούν να διαχειριστούν την κάθε κατάσταση. Έτσι, η γυναίκα θα γνωρίζει τις επιλογές της και θα έχει έλεγχο στον τοκετό της.
Παράλληλα, γνωρίζουμε ότι οι γυναίκες που αισθάνονται ότι έχουν παραμεληθεί από επαγγελματίες υγείας στον τοκετό τους, κινδυνεύουν να εμφανίσουν συμπτώματα ΔΜΤΣ μεταγεννητικά. Γι’ αυτό, είναι σημαντικό, αφενός οι επαγγελματίες υγείας να ξέρουν πόσο μεγάλη επιρροή έχουν στην εμπειρία του τοκετού και να εκπαιδεύονται ανάλογα, και αφετέρου, οι γυναίκες -ήδη πριν τον τοκετό- να επιδιώκουν συνεργασίες που βασίζονται στην εμπιστοσύνη, τη φροντίδα και την κατανόηση.
Αμέσως μετά από μια τραυματική εμπειρία τοκετού, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας χρειάζεται να γνωρίζουν ότι, σύμφωνα με τις έρευνες, η γυναίκα είναι προτιμότερο να εκφράσει αυθόρμητα όσα επιθυμεί, παρά να γίνει μια επίσημη και εστιασμένη στο τραυματικό γεγονός συζήτηση. Επίσης, είναι εξαιρετικά σημαντικό οι άνθρωποι κοντά στη μητέρα, να παρέχουν υποστήριξη, καθώς οι γυναίκες που νιώθουν φροντίδα από το περιβάλλον τους κινδυνεύουν λιγότερο να εμφανίσουν συμπτώματα ΔΜΤΣ. Τέλος, οι γιατροί και το μαιευτικό προσωπικό, είναι σημαντικό να σέβονται τις ανάγκες της μητέρας μεταγεννητικά (π.χ. επιθυμία ή μη θηλασμού, ανάγκες ξεκούρασης, συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων), ώστε και η ίδια να αισθάνεται ότι «την ακούν» και ότι έχει να έλεγχο σε αυτή τη νέα περίοδο της ζωής της.
Το ότι η μητέρα μπορεί να ακολουθήσει κάποια βήματα πρόληψης, δεν σημαίνει ότι είναι υπεύθυνη για το τραύμα της, αλλά ότι μπορεί και εκείνη να συμβάλλει, όσο είναι δυνατό, στο να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον υποστήριξης και ασφάλειας κατά την περιγεννητική περίοδο.
Υπάρχει θεραπεία για τη μεταγεννητική ΔΜΤΣ;
Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες του National Institute for Health and Care Excellence η εστιασμένη στο τραύμα Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Θεραπεία (ΓΣΘ), είναι προτεινόμενη θεραπεία για την αντιμετώπιση της ΔΜΤΣ. Η αποτελεσματικότητα της ΓΣΘ στη διαχείριση ΔΜΤΣ μεταγεννητικά, έχει επιβεβαιωθεί από πολλές έρευνες. Μέσω συγκεκριμένων τεχνικών της ΓΣΘ, η γυναίκα μπορεί να καταλάβει καλύτερα τί της συμβαίνει και πώς τα συμπτώματά της μπορεί να συνδέονται με προηγούμενες εμπειρίες ζωής. Επίσης, μαθαίνει να διαχειρίζεται δυσφορικά συναισθήματα, να αλλάζει δυσλειτουργικές σκέψεις (π.χ. «εγώ φταίω για ό,τι συνέβη») και συμπεριφορές (π.χ. αποφυγές) που δυσκολεύουν την καθημερινότητά της.
Η θεραπεία EMDR(Eye Movement Desensitization and Reprocessing) αποτελεί επίσης προτεινόμενη θεραπευτική προσέγγιση για την αντιμετώπιση της (ΔΜΤΣ). Η αποτελεσματικότητα της EMDR στη διαχείριση της μεταγεννητικής ΔΜΤΣ έχει τεκμηριωθεί από πληθώρα ερευνών. Μέσα από ένα συγκεκριμένο θεραπευτικό πρωτόκολλο, η EMDR βοηθά τη γυναίκα να επεξεργαστεί τραυματικές μνήμες του τοκετού ή άλλες εμπειρίες ζωής, οι οποίες παραμένουν «μπλοκαρισμένες» και προκαλούν δυσφορία. Σκοπός της θεραπείας είναι να μειωθεί η συναισθηματική φόρτιση των τραυματικών αναμνήσεων και να αλλάξουν οι αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό (π.χ. «δεν τα κατάφερα», «δεν είμαι ασφαλής»). Ως αποτέλεσμα, η γυναίκα ανακουφίζεται από συμπτώματα, όπως επαναβιώσεις της αρνητικής εμπειρίας, αποφυγές, αρνητικές σκέψεις, και ενισχύεται το αίσθημα ελέγχου και ασφάλειας στην καθημερινή της ζωή.
Ένας τραυματικός τοκετός μπορεί να αφήσει έντονα συναισθήματα φόβου και θλίψης και να επηρεάσει βαθιά την ποιότητα ζωής της μητέρας, του ζευγαριού και του παιδιού. Κάθε γυναίκα που αντιμετωπίζει τέτοιου είδους δυσκολίες, χρειάζεται την κατάλληλη υποστήριξη, ώστε να φροντίσει τόσο τον εαυτό της, όσο και το μωρό της και τελικά να γίνει η μητέρα που θέλει να είναι.
*Το κείμενο αποτελεί προσαρμοσμένη εκδοχή άρθρου που έχει δημοσιευθεί στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου Έρευνας και Θεραπείας της Συμπεριφοράς
Για να κλείσετε το ραντεβού σας:
Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το πώς μπορούμε να συνεργαστούμε στα πλαίσια της ψυχοθεραπείας, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου: